μάινα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μάινα

  1. (ναυτικός όρος) (ναυτικό παράγγελμα) στο πλοίο ρίχνω, κατεβάζω κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα.
    Μάινα παιδιά την άγκυρα να πιάσουμε στεριά.
    Μάινα τη μαΐστρα να μπούμε στο λιμάνι.

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

μάινα ουδέτερο άκλιτο

  1. το μαϊνάρισμα, η διαδικασία του κατεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο.
Μόλις κάνουμε το μάινα των πανιών, ετοιμάστε τους κάβους για να δέσουμε.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάινα μάινες
γενική μάινας μαϊνών
αιτιατική μάινα μάινες
κλητική μάινα μάινες

μάινα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) κοινή ονομασία του πουλιού Γκράκουλα (Gracula religiosa), είδος στρουθιόμορφου πουλιού, με μαύρο χρωματισμό που, όπως οι παπαγάλοι, έχει τη δυνατότητα να αρθρώνει λέξεις