μάνατζερ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάνατζερ < αγγλική manager < manage +‎ -er < παλαιά γαλλική manege < παλαιοϊταλική maneggiare < mano < λατινική manus < πρωτοϊταλική *manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂-r̥- / *mh₂-én-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈma.nad.zer/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάνατζερ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (οικονομία) πρόσωπο σε διευθυντική θέση σε μια επιχείρηση
  2. σύμβουλος (επί οικονομικών κ.ά. ζητημάτων) ενός αθλητή, καλλιτέχνη κ.λπ.
  3. (κατ’ επέκταση) σύμβουλος, προπονητής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]