Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάνι μάνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάνι μάνι < ιταλική (di) mano (a) mano (από χέρι σε χέρι)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μάνι μάνι

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]