μάνι μάνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάνι μάνι < ιταλική (di) mano (a) mano (από χέρι σε χέρι)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μάνι μάνι

  1. πολύ γρήγορα και με μεγάλη βιασύνη
    τελείωνε μάνι μάνι = βιάσου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]