μάνταλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάνταλο < μεσαιωνική ελληνική μάνταλος
ένα είδος μάνταλου (1)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάνταλο και μάνδαλο ουδέτερο

  1. Μακρόστενο κομμάτι από μέταλλο ή ξύλο συνήθως, με ορθογώνια διατομή, το οποίο είναι ελεύθερο να περιστραφεί στο ένα του άκρο γύρω από άξονα ενώ το άλλο του άκρο είναι ελεύθερο να πέσει είτε εντός εγκοπής είτε πάνω σε άλλη προεξοχή η οποία το εμποδίζει να κινηθεί περαιτέρω έτσι ώστε να παραμένει σταθερά στην ίδια θέση. Χρησιμεύει στο να ασφαλίζει ένα αντικείμενο (που κατά τ' άλλα είναι συνήθως περιορισμένο να κινείται εντός σταθερής τροχιάς), όπως π.χ. ένα παραθυρόφυλλο, ένας κινητός φράκτης κλπ., ώστε αυτό είτε να ακινητοποιείται σε μία συγκεκριμένη θέση ή να μην είναι ελεύθερο να κινηθεί ανεξάρτητα.
  2. (κατ' επέκταση): κάθε μηχανισμός που περιλαμβάνει το ανωτέρω
  3. μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να ασφαλίζει τις πόρτες ή τα παράθυρα και χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική από τον σύρτη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]