μάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μάντης* οι μάντεις
      γενική του μάντη των μάντεων
    αιτιατική τον μάντη τους μάντεις
     κλητική μάντη μάντεις
* Και θηλυκό «η μάντις» με πληθυντικό «οι μάντιδες».
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάντης < αρχαία ελληνική μάντις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάντης αρσενικό, μάντισσα θηλυκό

  1. στην αρχαιότητα, πρόσωπο με ιερή ιδιότητα που ερμήνευε τα σημάδια που πίστευαν ότι έστελναν οι θεοί και έδινε χρησμούς
  2. (κυπριακά) (σκωπτικό) άτομο που κατάγεται από την πόλη της Λάρνακας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μάντης είσαι;: ειρωνική φράση που λέγεται όταν κάποιος βρίσκει την απάντηση σε κάτι το προφανές

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]