μάπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάπα μάπες
γενική μάπας
αιτιατική μάπα μάπες
κλητική μάπα μάπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάπα < λατινική mappa (πανί, πετσέτα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάπα θηλυκό

  1. το λάχανο
  2. το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα
    δεν μου αρέσει η μάπα του
  3. είδος σφουγγαρίστρας
    φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά
  4. (μεταφορικά) άχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο
    αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα
  5. (ναυτ.) κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη
  6. (παρωχημένο) μπάλα (μεσαιωνική έννοια, αλλά στην Κύπρο η μπάλα και το ποδόσφαιρο λέγονται και μάππα)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. μάπα το καρπούζι: βγήκε άχρηστο το αντικείμενο, η κατάσταση
    μου είπανε ότι έχει καλές κάλτσες αλλά τελικά... μάπα το καρπούζι
  2. μάπα το λάχανο : πάλι με την έννοια της απογοήτευσης από κάτι που αναμενόταν καλύτερο (ίσως λογοπαίγνιο με τις διάφορες έννοιες της μάπας και της μάππας)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]