μάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάπα οι μάπες
      γενική της μάπας
    αιτιατική τη μάπα τις μάπες
     κλητική μάπα μάπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάπα <
πρόσωπο: < διάλεκτος ιταλική mappa (μαντίλι για το κεφάλι) < λατινική mappa[1] απ' όπου και η ελληνιστική μάππα[2]
λάχανο < πιθανόν εξηγείται από τη μεσαιωνική μάππα 'σφαίρα, μπάλα' < ελληνιστική κοινή μάππα (μαντίλι, πανί, πετσέτα) < λατινική mappa[3]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάπα θηλυκό

  1. το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα
    δεν μου αρέσει η μάπα του
  2. το λάχανο
  3. είδος σφουγγαρίστρας
    φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά
    δείτε και μόπα
  4. (μεταφορικά) άχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο
    αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα
     συνώνυμα: χάλια, άθλιο
  5. (ναυτ.) κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη
  6. (παρωχημένο) μπάλα (μεσαιωνική έννοια, αλλά στην Κύπρο η μπάλα και το ποδόσφαιρο λέγονται και μάππα)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. μάπα το καρπούζι: βγήκε άχρηστο το αντικείμενο ή η κατάσταση
    μου είπανε ότι έχει καλές κάλτσες αλλά τελικά... μάπα το καρπούζι
  2. μάπα το λάχανο : με την έννοια της απογοήτευσης από κάτι που αναμενόταν καλύτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. μάπα, μάπας στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
    Στο Λεξικό του, προτείνει την ετυμολογική γραφή με δύο π.