μάππαρος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάππαρος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μάππαρος αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- σελ. 649 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄