μάππουρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μάππουροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάππουρος < μάπα (κονδυλώδης ρίζα φυτού) + νούρος (ουρά στην κυπριακή διάλεκτο)

κατά το λεξικό Γιαγκουλλή (2005)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάππουρος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]