μάραγδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μάραγδος μαράγδω μάραγδοι
Γενική μαράγδου μαράγδοιν μαράγδων
Δοτική μαράγδ μαράγδοιν μαράγδοις
Αιτιατική μάραγδον μαράγδω μαράγδους
Κλητική μάραγδε μαράγδω μάραγδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάραγδος < σημιτική ρίζα b-r-q (αστράφτω στο σκοτάδι, λάμπω). Συγγενές με το (εβραϊκά) ברקת (bareket), το (σανσκριτικά) मरकत (marakata) και το (περσικά) زمرد (zomorrod)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάραγδος θηλυκό (& μεταγενέστερα αρσενικό)