μάρκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μάρκο τα μάρκα
      γενική του μάρκου των μάρκων
    αιτιατική το μάρκο τα μάρκα
     κλητική μάρκο μάρκα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmaɾ.kɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάρκο ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]