μάρτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μάρτης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μάρτης οι μάρτηδες
      γενική του μάρτη των μάρτηδων
    αιτιατική τον μάρτη τους μάρτηδες
     κλητική μάρτη μάρτηδες
όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Martenitsa-bracelet-02.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάρτης < Μάρτης < μεσαιωνική ελληνική Μάρτης < ελληνιστική κοινή Μάρτιος < λατινική Martius < Mars (Άρης) < Παλαιά Λατινική Māvors < πρωτοϊταλική *Mawort

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmaɾ.tis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάρτης αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]