μάστορας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μάστορας | οι | μάστορες & μαστόροι |
| γενική | του | μάστορα | των | μαστόρων |
| αιτιατική | τον | μάστορα | τους | μάστορες & μαστόρους |
| κλητική | μάστορα | μάστορες & μαστόροι | ||
| Και με δεύτερους, λαϊκούς τύπους στον πληθυντικό. Επίσης, λαϊκότροπος πληθυντικός, μάστοροι. Δείτε και τον τύπο, ο μάστορης. | ||||
| Κατηγορία όπως «χωροφύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάστορας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάστορας < *μαΐστορας < *μαγίστορας < ελληνιστική κοινή μαγίστωρ < λατινική magister[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μάστορας αρσενικό (θηλυκό μαστόρισσα)
- ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση
- ※ σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες (Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό)
- ※ Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
- (επάγγελμα) χτίστης
- ο αρχιτεχνίτης
- ※ Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- (μεταφορικά) κάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο
μάστορας του λόγου
- (προσφώνηση λαϊκότροπο, οικείο) ως προσφώνηση
Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βρήκε το μάστορά του : τον ειδήμονα, τον πιο ικανό, ώστε να τον βάλει επιτέλους στη θέση του
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Μάστορας (επώνυμο)
- μαστορεύω
- μαστορική
- μαστορικά
- μαστοράκι
- μαστοριά
- τα μαστόρια
- η μαστοράντζα
- μαστόρισσα η σύζυγος του μάστορα
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μάστορας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χωροφύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προσφωνήσεις (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)