μάστορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάστορας μάστορες
γενική μάστορα μαστόρων
αιτιατική μάστορα μάστορες
κλητική μάστορα μάστορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάστορας < μεσαιωνική ελληνική μάστορας < ελληνιστική κοινή μαγίστωρ < λατινική magister

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάστορας αρσενικό (πληθυντικός μάστορες και μαστόροι)

  1. ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση
    σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
  2. χτίστης
  3. ο αρχιτεχνίτης
  4. (μεταφορικά) κάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο
    μάστορας του λόγου
  5. ως προσφώνηση
    Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Βρήκε το μάστορά του : τον ειδήμονα, τον πιο ικανό, ώστε να τον βάλει επιτέλους στη θέση του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]