μάταιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μάταιο
γενική μάταιου
αιτιατική μάταιο
κλητική μάταιο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάταιο < από το ουδέτερο του επιθέτου μάταιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάταιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. αυτό που δεν έχει ή δεν είχε κατά το παρελθόν νόημα να συμβεί, το άνευ αποτελέσματος, το κενό, το κούφιο, η ματαιότητα
    Το μάταιο της ζωής, του πράγματος, της κινητοποίησης κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]