μάταιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μάταιος | η | μάταιη | το | μάταιο |
| γενική | του | μάταιου | της | μάταιης | του | μάταιου |
| αιτιατική | τον | μάταιο | τη | μάταιη | το | μάταιο |
| κλητική | μάταιε | μάταιη | μάταιο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μάταιοι | οι | μάταιες | τα | μάταια |
| γενική | των | μάταιων | των | μάταιων | των | μάταιων |
| αιτιατική | τους | μάταιους | τις | μάταιες | τα | μάταια |
| κλητική | μάταιοι | μάταιες | μάταια | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάταιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάταιος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈma.te.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μά‐ται‐ος
- τονικό παρώνυμο: ματαίως
Επίθετο
[επεξεργασία]μάταιος, -η, -ο, συγκριτικός : ματαιότερος, υπερθετικός : ματαιότατος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- εις μάτην
- ματαιότητα
- ματαιώνω
- ματαίωση
- μάταια (επίρρημα)
Σύνθετα
[επεξεργασία]με ματαιο-, όπως ενδεικτικά
- ματαιοδοξώ
- ματαιολογώ
- ματαιοπονώ
- ματαιοφρονώ
- Όροι που αρχίζουν με μαται- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μάταιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μάταιος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μάταιος | ἡ | ματαίᾱ & μάταιος |
τὸ | μάταιον |
| γενική | τοῦ | ματαίου | τῆς | ματαίᾱς & ματαίου |
τοῦ | ματαίου |
| δοτική | τῷ | ματαίῳ | τῇ | ματαίᾳ & ματαίῳ |
τῷ | ματαίῳ |
| αιτιατική | τὸν | μάταιον | τὴν | ματαίᾱν & μάταιον |
τὸ | μάταιον |
| κλητική ὦ! | μάταιε | ματαίᾱ & μάταιε |
μάταιον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | μάταιοι | αἱ | μάταιαι & μάταιοι |
τὰ | μάταιᾰ |
| γενική | τῶν | ματαίων | τῶν | ματαίων & ματαίων |
τῶν | ματαίων |
| δοτική | τοῖς | ματαίοις | ταῖς | ματαίαις & ματαίοις |
τοῖς | ματαίοις |
| αιτιατική | τοὺς | ματαίους | τὰς | ματαίᾱς & ματαίους |
τὰ | μάταιᾰ |
| κλητική ὦ! | μάταιοι | μάταιαι & μάταιοι |
μάταιᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ματαίω | τὼ | ματαίᾱ & ματαίω |
τὼ | ματαίω |
| γεν-δοτ | τοῖν | ματαίοιν | τοῖν | ματαίαιν & ματαίοιν |
τοῖν | ματαίοιν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μάταιος, -αία, -ον και μάταιος, -ος,- ον, συγκριτικός : ματαιότερος
- όπως μάταιος, ανώφελος
μάταια ἀναλώματα (πεταμένα λεφτά, άδικα έξοδα)
μάταια ἔπεα (χαμένα λόγια, λόγια που δεν πιάνουν τόπο)
- κενός, ανάξιος, ασεβής, απερίσκεπτος, άφρων, άχρηστος
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1339
- ἄγοιτ᾽ ἂν μάταιον ἄνδρ᾽ ἐκποδών
- Πάρτε με, διώξτε με τον άχρηστο από δω
- ἄγοιτ᾽ ἂν μάταιον ἄνδρ᾽ ἐκποδών
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 438
- τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων
- ανδρών που έχει ο πάθει ο νους και παραδέρνουν
- Απόδοση: Γιάννης Γρυπάρης
- τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1339
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]ματαιο-
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη μάτη
Πηγές
[επεξεργασία]- μάταιος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μάταιος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δίκαιος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δίκαιος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)