Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάταιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μάταιος η μάταιη το μάταιο
      γενική του μάταιου της μάταιης του μάταιου
    αιτιατική τον μάταιο τη μάταιη το μάταιο
     κλητική μάταιε μάταιη μάταιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μάταιοι οι μάταιες τα μάταια
      γενική των μάταιων των μάταιων των μάταιων
    αιτιατική τους μάταιους τις μάταιες τα μάταια
     κλητική μάταιοι μάταιες μάταια
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάταιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάταιος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈma.te.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μάταιος
τονικό παρώνυμο: ματαίως

Επίθετο

[επεξεργασία]

μάταιος, -η, -ο, συγκριτικός:  ματαιότερος, υπερθετικός:  ματαιότατος

  1. ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει
    παράδειγμα  μάταιη προσπάθεια, μάταιος αγώνας
  2. κούφιος, κενόδοξος
    παράδειγμα  μάταιος άνθρωπος, μάταιος κόσμος

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

με ματαιο-, όπως ενδεικτικά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μάταιος ματαί
& μάταιος
τὸ μάταιον
      γενική τοῦ ματαίου τῆς ματαίᾱς
& ματαίου
τοῦ ματαίου
      δοτική τῷ ματαί τῇ ματαί
& ματαί
τῷ ματαί
    αιτιατική τὸν μάταιον τὴν ματαίᾱν
& μάταιον
τὸ μάταιον
     κλητική ! μάταιε ματαί
& μάταιε
μάταιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μάταιοι αἱ μάταιαι
& μάταιοι
τὰ μάται
      γενική τῶν ματαίων τῶν ματαίων
& ματαίων
τῶν ματαίων
      δοτική τοῖς ματαίοις ταῖς ματαίαις
& ματαίοις
τοῖς ματαίοις
    αιτιατική τοὺς ματαίους τὰς ματαίᾱς
& ματαίους
τὰ μάται
     κλητική ! μάταιοι μάταιαι
& μάταιοι
μάται
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ματαίω τὼ ματαί
& ματαίω
τὼ ματαίω
      γεν-δοτ τοῖν ματαίοιν τοῖν ματαίαιν
& ματαίοιν
τοῖν ματαίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάταιος < από το ουσιαστικό μάτη  δείτε μάτην

Επίθετο

[επεξεργασία]

μάταιος, -αία, -ον και μάταιος, -ος,- ον, συγκριτικός: ματαιότερος

  1. όπως μάταιος, ανώφελος
    παράδειγμα  μάταια ἀναλώματα (πεταμένα λεφτά, άδικα έξοδα)
    παράδειγμα  μάταια ἔπεα (χαμένα λόγια, λόγια που δεν πιάνουν τόπο)
  2. κενός, ανάξιος, ασεβής, απερίσκεπτος, άφρων, άχρηστος
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1339
    ἄγοιτ᾽ ἂν μάταιον ἄνδρ᾽ ἐκποδών
    Πάρτε με, διώξτε με τον άχρηστο από δω
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 438
    τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων
    ανδρών που έχει ο πάθει ο νους και παραδέρνουν
    Απόδοση: Γιάννης Γρυπάρης

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

ματαιο-

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη μάτη