μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Παροιμία
[επεξεργασία]μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται
- (για ανθρώπους που μένουν μακριά και δεν διατηρούν επικοινωνία) σταδιακά ξεχνούν ο ένας τον άλλο λόγω απόστασης και έλλειψης επικοινωνίας. Η φυσική απόσταση μεταξύ των ανθρώπων οδηγεί σε συναισθηματική απόσταση.
- ※ Κρητική μαντινάδα @mantinades.gr
- Μάθια απού δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται
μα αν αγαπιούνται δυο καρδιές ποτέ τους δεν ξεχνιούνται.
- Μάθια απού δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται
- ※ Κρητική μαντινάδα @mantinades.gr
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται
Πηγές
[επεξεργασία]- λησμονώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μάτι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)