Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται <  δείτε τις λέξεις μάτια, μάτι, που, δε, βλέπω, βλέπονται, γρήγορα, λησμονώ και λησμονιούνται

Παροιμία

[επεξεργασία]

μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]