μάτσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μάτσα | οι | μάτσες |
| γενική | της | μάτσας | — | |
| αιτιατική | τη | μάτσα | τις | μάτσες |
| κλητική | μάτσα | μάτσες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- μάτσα < → λείπει η ετυμολογία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈma.t͡sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μά‐τσα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μάτσα θηλυκό
- (ναυτικός όρος) το σιδερένιο κατασκεύασμα που κρατάει την ποδιά ενός πρυμνιού πανιού
- σφυρί, βαριοπούλα (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μάτσα ουδέτερο άκλιτο
- ιαπωνική λεπτή σκόνη κινεζικής προέλευσης από φύλλα πράσινου τσαγιού αναπτυγμένα στην σκιά που προσδίδει έντονη γεύση ουμάμι· αποτελεί πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών και χρησιμεύει επιπλέον ως άρτυμα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μάτσα στη Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μάτσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]μάτσα ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτσο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Σελίδες για τεκμηρίωση
- Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιαπωνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιαπωνικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)