μάτωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάτωμα ματώματα
γενική ματώματος ματωμάτων
αιτιατική μάτωμα ματώματα
κλητική μάτωμα ματώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάτωμα < ματώ(νω) + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάτωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του ματώνω, αλλά όχι για μεγάλες αιμορραγίες, κυρίως για περιπτώσεις με μικρή ορή αίματος, όπως στα ούλα, στο δάχτυλο ή και στη μύτη όταν δεν πρόκειται για σοβαρή ρινορραγία
    το μάτωμα των ούλων οφείλεται συχνά σε ουλίτιδα
  2. θήραμα που πιάστηκε
  3. σφάγιο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]