μάχιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μάχιμος μάχιμη μάχιμο
γενική μάχιμου μάχιμης μάχιμου
αιτιατική μάχιμο μάχιμη μάχιμο
κλητική μάχιμε μάχιμη μάχιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μάχιμοι μάχιμες μάχιμα
γενική μάχιμων μάχιμων μάχιμων
αιτιατική μάχιμους μάχιμες μάχιμα
κλητική μάχιμοι μάχιμες μάχιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάχιμος < αρχαία ελληνική μάχιμος < μάχη + -ιμος (< -μος*)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μάχιμος,η,ο

  1. ο ικανός να πολεμήσει
  2. μάχιμος πληθυσμός σε αντιδιαστολή προς τους αμάχους
  3. ικανός να αγωνιστεί, που αγωνίζεται ήδη
  4. μάχιμο στέλεχος του κόμματος (σε αντδιαστολη προς το παροπλισμένο ή το κουρασμένο μέλος)
  5. ικανός να εργαστεί
    Είναι ακόμη μάχιμος, γιατί να βγει στη συνταξη;


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάχιμος < μάχομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μάχιμος, ος, ον

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  2. αυτός που μάχεται για κάτι
  3. αυτός που προσπαθεί να πετύχει κατι


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]