μέγαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέγαρο μέγαρα
γενική μεγάρου μεγάρων
αιτιατική μέγαρο μέγαρα
κλητική μέγαρο μέγαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέγαρο < αρχαία ελληνική μέγαρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέγαρο ουδέτερο

  1. το εντυπωσιακό, αρχοντικό σπίτι, μεγάλο σαν παλάτι
  2. το μεγάλο, επιβλητικό κτίσμα (π.χ. της Βουλής)
  3. (αρχαιολ.) η μεγάλη αίθουσα στα μυκηναϊκά ανάκτορα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]