Μετάβαση στο περιεχόμενο

μέγιστος κοινός διαιρέτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μέγιστος κοινός διαιρέτης <  δείτε τις λέξεις μέγιστος, κοινός και διαιρέτης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈme.ʝi.stos ciˈnos ði.eˈɾe.tis/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

μέγιστος κοινός διαιρέτης ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]