μέδιμνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέδιμνος μέδιμνοι
γενική μεδίμνου μεδίμνων
αιτιατική μέδιμνο μεδίμνους
κλητική μέδιμνε μέδιμνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέδιμνος < αρχαία ελληνική μέδιμνος < μέδω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέδιμνος αρσενικό

  1. αρχαιοελληνικό μέτρο χωρητικότητας στερεών και ειδικά του σιταριού ο οποίος αντιστοιχούσε (ο αττικός και ο σικελικός) στα 52 λίτρα, με τρεις υποδιαιρέσεις -περίπου 1/3 του σημερινού λίτρου η μικρότερη. Μετά τον 3ο αιώνα π.Χ. αντιστοιχούσε σε σημερινά 58 λίτρα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέδιμνος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μέδιμνος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]