μέλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέλος μέλη
γενική μέλους μελών
αιτιατική μέλος μέλη
κλητική μέλος μέλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέλος < αρχαία ελληνική μέλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέλος ουδέτερο

  1. τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
  2. οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας
  3. ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ.
  4. κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ)
  5. (μεταφορικά) άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
  6. το χορικό ή λυρικό άσμα
  7. η μελωδία

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέλος μέλει μέλη
Γενική μέλους μελοῖν μελῶν
Δοτική μέλει μελοῖν μέλεσι(ν)
Αιτιατική μέλος μέλει μέλη
Κλητική μέλος μέλει μέλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέλος ουδέτερο