μένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μένος
γενική μένους
αιτιατική μένος
κλητική μένος
Ο πληθυντικός μένεα
μόνο στην έκφραση πνέω μένεα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μένος < αρχαία ελληνική μένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μένος ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. επιθετική ορμή που συνοδεύεται συχνά από οργή, μανία
    οι οπαδοί του γηπεδούχου επιτέθηκαν με μένος εναντίον του διαιτητή

32πχ Μεταφράσεις[]