Μετάβαση στο περιεχόμενο

μένος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: -μένος, -μενος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μένος τα μένη
      γενική του μένους των μενών
    αιτιατική το μένος τα μένη
     κλητική μένος μένη
Σπάνιος ο πληθυντικός.
Αρχαίος πληθυντικός μένεα στη φράση πνέα μένεα.
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μένος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μένος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μένος ουδέτερο

  • επιθετική ορμή που συνοδεύεται συχνά από οργή, μανία
    παράδειγμα  οι οπαδοί του γηπεδούχου επιτέθηκαν με μένος εναντίον του διαιτητή

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Οι τύποι του πληθυντικού χρησιμοποιούνται σπάνια στην σημερινή γλώσσα. Χρησιμοποιείται ο λόγιος τύπος μένεα μόνο στην έκφραση «πνέω μένεα».

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μένος τὰ μένη - μένε
      γενική τοῦ μένους - μένεος τῶν μενῶν - μενέων
      δοτική τῷ μένει - μένεῐ̈ τοῖς μένεσ(ν)
    αιτιατική τὸ μένος τὰ μένη - μένεα
     κλητική ! μένος μένη - μένεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μένει - μένεε
γεν-δοτ τοῖν  μενοῖν - μενέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μένος < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *men- (σκέφτομαι) + -ος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mé.nos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μένος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μένος, -ους/εος ουδέτερο

  1. ανδρεία, ισχύς, δύναμη, σθένος, θάρρος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 536
    Οἳ δ᾽ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες
    Και τους ανδρείους Άβαντας κατοίκους της Ευβοίας
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 3 (Γ. Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία.), στίχ. 8
    οἱ δ᾽ ἄρ᾽ ἴσαν σιγῇ μένεα πνείοντες Ἀχαιοί
    κι οι Αχαιοί, μ᾽ ανδρειάς πνοήν, σιωπηλοί κινούντο
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. σθένος, ενδεικτικό της ζωής, η ζωή η ίδια
  3. οργή, πάθος (εμπάθεια), μένος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 424
    ὀργῆς καὶ μένους ἐμπλήμενος
    μ᾽ άγριο στην ψυχή θυμό
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
  4. κλίση, πρόθεση, ο σκοπός καθενός