μέντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέντα μέντες
γενική μέντας
αιτιατική μέντα μέντες
κλητική μέντα μέντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέντα < ιταλική menta < λατινική menta, mentha < αρχαία ελληνική μίνθη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέντα θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]