μένω κόκαλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]μένω κόκαλο
- κοκαλώνω όταν μου έρχεται κάτι ξαφνικό, απρόσμενο, μένω εμβρόντητος, άναυδος, άκαμπτος, άψυχος και ακίνητος σαν κόκαλο, δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω, πώς να αντιδράσω -ίσως προέρχεται από την ακαμψία που παρουσιάζεται στο ανθρώπινο σώμα μετά το θάνατο.
- Στην αργκό η έκφραση "μένω κόκαλο" χρησιμοποιείται για να δηλώσει την κατάσταση βραδυκινησίας που βρίσκεται κάποιος μετά την χρήση κατασταλτικών ή ψυχοδραστικών ουσιών (συνηθέστερα κάνναβης).
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μένω κόκαλο
|
|