μέραρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέραρχος μέραρχοι
γενική μεράρχου μεράρχων
αιτιατική μέραρχο μεράρχους
κλητική μέραρχε μέραρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέραρχος < μεραρχία+αρχή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέραρχος αρσενικό

  1. Ο διοικητής μιας μεραρχίας. Την θέση αυτή κατέχει ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς (συνήθως Υποστράτηγος).


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]