μέτοικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέτοικος μέτοικοι
γενική μετοίκου
& μέτοικου
μετοίκων
& μέτοικων
αιτιατική μέτοικο μετοίκους
& μέτοικους
κλητική μέτοικε μέτοικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτοικος < από το μετά, που εκφράζει την αλλαγή, και το οίκος, σπίτι, κατοικία.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτοικος αρσενικό

  1. ο κάτοικος της Αρχαίας Αθήνας που καταγόταν από άλλη πόλη και δεν είχε πολιτικά δικαιώματα.
  2. μετανάστης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]