μέτοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η μέτοχος οι μέτοχοι
      γενική του/της μετόχου
& μέτοχου
των μετόχων
    αιτιατική τον/τη μέτοχο τους/τις μετόχους
     κλητική μέτοχε μέτοχοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτοχος < (λόγιο) αρχαία ελληνική μέτοχος < μετέχω < μετά + ἔχω
μέτοχος σε εταιρεία > (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική shareholder

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmε.tɔ.xɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτοχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που μετέχει σε κάτι
     συνώνυμα: συμμέτοχος
  2. (οικονομία) που έχει μετοχές μιας εταιρείας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]