μέτρημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέτρημα τα μετρήματα
      γενική του μετρήματος των μετρημάτων
    αιτιατική το μέτρημα τα μετρήματα
     κλητική μέτρημα μετρήματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτρημα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτρημα ουδέτερο(πληθυντικός μετρήματα)

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετρώ
το παιδί που τα φύλαγε στο κρυφτό άρχισε το μέτρημα ενώ οι άλλοι έτρεξαν να κρυφτούν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]