μέτωπο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μέτωπο | τα | μέτωπα |
| γενική | του | μετώπου & μέτωπου |
των | μετώπων |
| αιτιατική | το | μέτωπο | τα | μέτωπα |
| κλητική | μέτωπο | μέτωπα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μέτωπο < αρχαία ελληνική μέτωπον < μετά + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-
- (μετεωρολογική και στρατιωτική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική front[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈme.to.po/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μέ‐τω‐πο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μέτωπο ουδέτερο
- (ανατομία) το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
- (κατ’ επέκταση) το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου)
- η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
- (στρατιωτικός όρος) η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
- (κατ’ επέκταση) (στρατιωτικός όρος) χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις
- ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
- ※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)
- κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
- (μετεωρολογία) αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.
- ψυχρό μέτωπο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μέτωπο
στρατιωτικός όρος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μέτωπο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (ελληνικά)