μήκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μήκος μήκη
γενική μήκους μηκών
αιτιατική μήκος μήκη
κλητική μήκος μήκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήκος < αρχαία ελληνική μῆκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήκος ουδέτερο

  1. μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]