μήκων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μήκων οι μήκωνες
      γενική της μήκωνος των μηκώνων
    αιτιατική τη μήκωνα τις μήκωνες
     κλητική μήκων μήκωνες
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μήκων (θηλυκό ή και αρσενικό)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.kon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μή‐κων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήκων θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / μήκων οἱ/αἱ μήκωνες
      γενική τοῦ/τῆς μήκωνος τῶν μηκώνων
      δοτική τῷ/τῇ μήκων τοῖς/ταῖς μήκωσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν μήκων τοὺς/τὰς μήκωνᾰς
     κλητική ! μήκων μήκωνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μήκωνε
γεν-δοτ τοῖν  μηκώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήκων < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₂k-n-[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήκων θηλυκό (& αρσενικό)

  1. (φυτό) μήκων
  2. (φυτό) παπαρούνα
  3. (φυτό) γαλατσίδα
  4. σπόρος παπαρούνας
  5. κεφάλι παπαρούνας
  6. (αρχιτεκτονική) διακοσμητικό στοιχείο που μοιάζει με κεφάλι παπαρούνας
  7. (ζωολογία) κύστη σουπιάς στην οποία βρίσκεται το μελάνι της
  8. (ζωολογία) αδένας οστρακοειδών

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.