μήλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μήλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μήλο τα μήλα
      γενική του μήλου των μήλων
    αιτιατική το μήλο τα μήλα
     κλητική μήλο μήλα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μῆλον (στον Όμηρο, καρπός, πρόβατο)
(ζυγωματικά) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pomme d΄Adam[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.lo/
ομόηχο: μύλο
τυπογραφικός συλλαβισμός: μή‐λο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Μερικές ποικιλίες μήλων

μήλο ουδέτερο

  1. (φρούτο) ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
  2. (στον πληθυντικό) τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών
  3. (στον πληθυντικό) παιδικό παιχνίδι με μπάλα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στην αγγλική, η λέξη melon και τα σύνθετά της, σημαίνουν επίσης καρπούς: melon πεπόνι, watermelon, καρπούζι, κλπ.
Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες με λέξεις που προέρχονται από την λατινική melo (γενική: melonis).

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]