μήλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μερικές ποικιλίες μήλων
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μήλο μήλα
γενική μήλου μήλων
αιτιατική μήλο μήλα
κλητική μήλο μήλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μήλο < αρχαία ελληνική (Όμηρος) μῆλον (1. καρπός 2. πρόβατο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmi.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μήλο ουδέτερο

  1. ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
  2. (στον πληθυντικό) τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών

Εκφράσεις[]

  • το μήλο του Αδάμ: ο κόμπος, η προεξοχή στο λαιμό των ανδρών, το καρύδι
  • το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει: τα παιδιά φέρονται όπως και οι γονείς τους
  • το μήλον της έριδος: αντικείμενο διαμάχης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Στην αγγλική, η λέξη melon και τα σύνθετά της, σημαίνουν επίσης καρπούς: melon πεπόνι, watermelon, καρπούζι, κλπ.
Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες με λέξεις που προέρχονται από την λατινική melo (γενική: melonis).

32πχ Μεταφράσεις[]