μήνυμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μήνυμα τα μηνύματα
      γενική του μηνύματος των μηνυμάτων
    αιτιατική το μήνυμα τα μηνύματα
     κλητική μήνυμα μηνύματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήνυμα < αρχαία ελληνική μήνυμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήνυμα ουδέτερο (πληθυντικός μηνύματα)

  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον
    αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο
  2. ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ.
    ο λαός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στα μεγάλα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήνυμα < μηνύω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήνυμα ουδέτερο

  1. πληροφόρηση