μήνυση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μήνυση μηνύσεις
γενική μήνυσης
& μηνύσεως
μηνύσεων
αιτιατική μήνυση μηνύσεις
κλητική μήνυση μηνύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήνυση < αρχαία ελληνική μήνυμα < μηνύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.ni.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήνυση θηλυκό

  • προφορική ή γραπτή καταγγελία αξιοτιμώρητης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές, χωρίς τη δυνατότητα αξιώσεως χρηματικής αποζημίωσης
όταν της έκλεψαν το πορτοφόλι, υπέβαλε μήνυση κατά αγνώστων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]