μήτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μίτρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μήτρα οι μήτρες
      γενική της μήτρας των μητρών
    αιτιατική τη μήτρα τις μήτρες
     κλητική μήτρα μήτρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήτρα < αρχαίο ελληνικό μήτρα < μήτηρ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήτρα θηλυκό

  1. μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ορθό έντερο· στα τοιχώματά της προσκολλάται το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του.
  2. στην πλαστική, τη χαρακτική ή τη μεταλλουργία: το καλούπι
    Οι μήτρες των πρώτων χαρτονομισμάτων φυλάσσονται στο μουσείο.
  3. ο χώρος όπου διαμορφώνονται ιδέες, αξίες, πολιτισμοί κ.λπ. που στη συνέχεια διαδίδονται και αποκτούν καθολική ακτινοβολία
    η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η μήτρα του πολιτισμού
     συνώνυμα: κοιτίδα, λίκνο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]