μίαν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmi.an/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μί‐αν
Κλιτικός τύπος αριθμητικού
[επεξεργασία]μίαν
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| το αριθμητικό «εἷς» | ||||
|---|---|---|---|---|
| αριθμός | ενικός | |||
| γένη → πτώσεις ↓ | αρσενικό | θηλυκό | θηλυκό (επικός, ιωνικός, αιολικός) | ουδέτερο |
| ονομαστική | εἷς ἕεις (επικός) ἰός (επίθετο) |
μίᾰ | ἴᾰ μίη (όψιμος ιωνικός) |
ἕν |
| γενική | ἑνός | μιᾶς | ἰῆς | ἑνός |
| δοτική | ἑνί | μιᾷ | ἰῇ | ἑνί |
| αιτιατική | ἕνᾰ | μίᾰν | ἴᾰν | ἕν |
| Παράρτημα:Γραμματική: Αριθμητικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mí.an/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- ΔΦΑ : /ˈmi.an/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μί‐αν
Κλιτικός τύπος αριθμητικού
[επεξεργασία]μίᾰν