Μετάβαση στο περιεχόμενο

μίλησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

μίλησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ