μίλφωσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίλφωσις < αρχαία ελληνική [1] μίλφαι< μή φῦναι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίλφωσις θηλυκό

απόπτωση των φλεβαρίδων, διαφορετικά μαδάρωσις

Συνώνυμα

  • Henry G. Liddell,Robert Scott