Μετάβαση στο περιεχόμενο

μίνι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μήνη, μείνει

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Μια καρό μίνι φούστα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μίνι
ομόηχα: μήνη, μείνει

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
μίνι < (λόγιο δάνειο) αγγλική mini-

Επίθετο

[επεξεργασία]

μίνι άκλιτο

  • μικρός σε διαστάσεις ή διάρκεια
    μίνι διακοπές
  • (για ρούχο) κοντός, που τελειώνει πάνω από το γόνατο
    μίνι φούστα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
μίνι < (άμεσο δάνειο) αγγλική mini, miniskirt
ύψος ενός μίνι σε σχέση με το πόδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίνι ουδέτερο άκλιτο

  • φούστα κοντή, που αφήνει ακάλυπτο το γόνατο
    επιστρέφουν στη μόδα τα μίνι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]