μίσθωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μίσθωμα τα μισθώματα
      γενική του μισθώματος των μισθωμάτων
    αιτιατική το μίσθωμα τα μισθώματα
     κλητική μίσθωμα μισθώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίσθωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μίσθωμα[1] Συγχρονικά αναλύεται σε μισθώ(νω) + -μα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmis.θo.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μί‐σθω‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίσθωμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη μισθός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μίσθωμᾰ τὰ μισθώμᾰτ
      γενική τοῦ μισθώμᾰτος τῶν μισθωμᾰ́των
      δοτική τῷ μισθώμᾰτ τοῖς μισθώμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ μίσθωμᾰ τὰ μισθώμᾰτ
     κλητική ! μίσθωμᾰ μισθώμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μισθώμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  μισθωμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίσθωμα < μισθόω + -μα (ήδη από τον 5ο π.Χ.)[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίσθωμα, -ατος ουδέτερο

  1. συμφωνημένη τιμή για ενοικίαση
    5ος αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 180.1
    Ἀμφικτυόνων δὲ μισθωσάντων τὸν ἐν Δελφοῖσι νῦν ἐόντα νηὸν τριηκοσίων ταλάντων ἐξεργάσασθαι (ὁ γὰρ πρότερον ἐὼν αὐτόθι αὐτόματος κατεκάη), τοὺς Δελφοὺς δὴ ἐπέβαλλε τεταρτημόριον τοῦ μισθώματος παρασχεῖν.
    Όταν πάλι οι Αμφικτύονες ανέθεσαν για τριακόσια τάλαντα την ανέγερση του ναού που υπάρχει σήμερα στους Δελφούς (γιατί εκείνος που υπήρχε προηγουμένως εκεί κάηκε μόνος του), επιβλήθηκε στους κατοίκους να καταβάλουν το ένα τέταρτο της δαπάνης.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  4oς πκε αιώνας Ισοκράτης, Ἀρεοπαγιτικός, 7.29
    οὐδὲ τὰς μὲν ἐπιθέτους ἑορτὰς, αἷς ἑστίασίς τις προσείη, μεγαλοπρεπῶς ἦγον, ἐν δὲ τοῖς ἁγιωτάτοις τῶν ἱερῶν ἀπὸ μισθωμάτων ἔθυον·
    ούτε ακόμη τελούσαν με μεγαλοπρέπεια τις πρόσφατα θεσπισμένες γιορτές, στη διάρκεια των οποίων ακολουθούσε κάποια συνεστίαση, ούτε πρόσφεραν θυσίες στη διάρκεια των πιο ιερών εορτών με εκμισθώσεις ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό.
    Μετάφραση (2012), Α.Ι. Γιαγκόπουλος-Ζ.Ε. Μαλαθούνη, @greek‑language.gr
    ※  4ος πκε αιώνας, επιγραφή, Στήλη λευκού Ναξιακού μαρμάρου. @greek-language.gr
    [ὅ]ρ̣ος χωρίων καὶ
    οἰκίας καὶ κεράμου
    ἀποτετιμημέ-
    τυνων τοῖς παιδίοις
    τοῖς Ἐπ̣ίφρονος· τοῦ
    ἀρχαίου 𐌗𐌗𐌗𐅅 καὶ
    τῶν μισθωμάτων
    τετρακοσίων δρα-
    χμῶν τοῦ ἐνιαυ-
    [το]ῦ ἑκάστου ἐπὶ
    [. . .]γ̣ήτου·
    Όρος γαιών και
    οικίας και κεραμώσεως
    υποθηκευμένων ως εγγυήσεων
    υπέρ των παιδιών του Επίφρονος·
    για το κεφάλαιο αντί 3.500 δραχμών και
    για τα μισθώματα
    αντί τετρακοσίων δραχμών
    κατʼ έτος,
    από το έτος του άρχοντος […]γήτου.
    Έκδ. IG XII Suppl. 194. Μ. I. Finley, Studies in Land and Credit in Ancient Athens, 500-200 B.C., Columbia University 1952 (repr. ed. 1973), αρ. 131, και σελ. 43.
    ΣτΕ: Η στήλη βρέθηκε στη Νάξο και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Νάξου.
  2. (ελληνιστική σημασία) μισθωμένη κατοικία
    ※  1ος/2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Πράξεις των Αποστόλων, 28.30 @scaife.perseus
    Ἐνέμεινεν δὲ διετίαν ὅλην ἐν ἰδίῳ μισθώματι, καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς αὐτόν,
    Ἔμεινε δὲ ὁ Παῦλος ὁλόκληρη διετία σὲ δικό του μισθωμένο οἴκημα. Καὶ δεχόταν ὅλους, ὅσοι τὸν ἐπισκέπτονταν.
    Μετάφραση: Νικόλαος Σωτηρόπουλος, @archive.org
  3. αμοιβή πόρνης
    ※  3ος/2ος↑ αιώνας Παλαιά Διαθήκη, Δευτερονόμιο, 23.19, κατά την Μετάφραση των Εβδομήκοντα @scaife.perseus
    οὐ προσοίσεις μίσθωμα πόρνης οὐδὲ ἄλλαγμα κυνὸς εἰς τὸν οἶκον κυρίου τοῦ θεοῦ σου πρὸς πᾶσαν εὐχήν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ θεῷ σού ἐστιν καὶ ἀμφότερα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]