μίτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μίτος οι μίτοι
      γενική του μίτου των μίτων
    αιτιατική τον μίτο τους μίτους
     κλητική μίτε μίτοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίτος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίτος αρσενικό

  1. το νήμα του στημονιού
  2. κάθε νήμα κατάλληλο για ύφανση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο μίτος της Αριάδνης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]