Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαΐστωρ

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαΐστωρ < μαγίστωρ < λατινική magister < magis + -ter < magnus < πρωτοϊταλική *magnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *m̥ǵh₂nós, < *méǵh₂s (μέγας) < *m̥ǵh₂-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαΐστωρ αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]