μαΐστωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μαΐστωρ μαΐστορες
Γενική μαΐστορος μαϊστόρων
Δοτική μαΐστορι μαΐστορσι
Αιτιατική μαΐστορα μαΐστορας
Κλητική μαΐστορ μαΐστορες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαΐστωρ < λατινική magister < magis + -ter < magnus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *maǵ- ή *meǵh₂-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαΐστωρ αρσενικό

  1. δάσκαλος
  2. βυζαντινός αξιωματούχος
  3. στρατιωτικός διοικητής
  4. επιδέξιος τεχνίτης

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]