μαγαζάτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγαζάτορας μαγαζάτορες
γενική μαγαζάτορα μαγαζατόρων
αιτιατική μαγαζάτορα μαγαζάτορες
κλητική μαγαζάτορα μαγαζάτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγαζάτορας < μαγαζ(ί) + -άτορας < βενετικά magasín < ιταλικά magazzino < αραβικά مخازن (maḵāzinun), πληθυντικός του مخزن (maḵzanun) < خزن (ḵazana)< ρίζα خ ز ن (ḵ-z-n)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγαζάτορας αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]