Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαγαζές

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαγαζές < (άμεσο δάνειο) βενετική magazén

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαγαζές αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]