Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαγγάνιον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαγγάνιον (μαρτυρείται από το 1876) [1]  και δείτε τη λέξη μαγγάνιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαγγάνιον, -ου ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μαγγάνιον, σελ.617, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου