μαγγανεία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαγγανεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαγγανεία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maŋ.gaˈni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μαγ‐γα‐νεί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαγγανεία θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μαγγανεία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαγγανεία
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | μαγγανείᾱ | αἱ | μαγγανεῖαι |
| γενική | τῆς | μαγγανείᾱς | τῶν | μαγγανειῶν |
| δοτική | τῇ | μαγγανείᾳ | ταῖς | μαγγανείαις |
| αιτιατική | τὴν | μαγγανείᾱν | τὰς | μαγγανείᾱς |
| κλητική ὦ! | μαγγανείᾱ | μαγγανεῖαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μαγγανείᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μαγγανείαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]μαγγανεία < μαγγανεύω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαγγανεία θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- μαγγανεία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)