μαγγανεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγγανεία μαγγανείες
γενική μαγγανείας μαγγανειών
αιτιατική μαγγανεία μαγγανείες
κλητική μαγγανεία μαγγανείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγγανεία < αρχαία ελληνική μαγγανεία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγγανεία θηλυκό

  1. είδος μαγείας για την επίτευξη κακοποιού σκοπού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγγανεία < μαγγανεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγγανεία θηλυκό

  1. μαγεία
  2. (ειδικότερα) μαγεία με τη χρήση μαγικών φίλτρων και ποτών