Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαγεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγεία οι μαγείες
      γενική της μαγείας των μαγειών
    αιτιατική τη μαγεία τις μαγείες
     κλητική μαγεία μαγείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαγεία < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μαγεία (αρχαία σημασία: θεολογία των Μάγων)[1] < Μάγος < αρχαία περσική (πβ. αρχαία περσικά maγu-) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meh₂gʰ- ‎(ικανός, δυνατός, βοηθητικός, μάγος)
για κάτι πολύ όμορφο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική magie < ελληνιστική κοινή μαγεία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maˈʝi.a/
παρώνυμα: μαγιά, μάγια
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαγεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαγεία θηλυκό

  1. η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
      Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 )
  2. μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
  3. (μεταφορικά) η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του
  4. κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
    η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία

μερική συνωνυμία

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]