μαγείρεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαγείρεμα τα μαγειρέματα
      γενική του μαγειρέματος των μαγειρεμάτων
    αιτιατική το μαγείρεμα τα μαγειρέματα
     κλητική μαγείρεμα μαγειρέματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγείρεμα < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή μαγείρευμα με αφομοίωση vm > mm και απλοποιηση της προφοράς [mm] > [m].[1] Μορφολογικά, μαγειρε(ύω) + -μα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /maˈʝi.ɾe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: να‐γεί‐ρε‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγείρεμα ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) η παρασκευή φαγητού
  2. (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό) παρασκηνιακή δραστηριότητα για την ωραιοποιημένη παρουσίαση ή και παραποίηση αριθμητικών δεδομένων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη μαγειρεύω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]