μαγειρειό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγειρειό < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγειρειό ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) το μαγειρείο